ΦΥΜΑΤIΩΣΗ (TB)

Η φυματίωση (TB) αποτελεί ασθένεια που προκαλείται από βακτήριο που ονομάζεται Mycobacterium tuberculosis.

Πρόσφατα, προέκυψαν νέα στελέχη της νόσου τα οποία είναι ανθεκτικά σε φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνά. Όπως και άλλα βακτηρίδια, τα μυκοβακτηρίδια μπορούν να υποστούν γενετικές αλλαγές (γνωστές ως μεταλλάξεις), οι οποίες μπορούν να τα καταστήσουν φυσικά ανθεκτικά σε ένα φάρμακο κατά της φυματίωσης.  Νέες, προηγμένες μορφές της ασθένειας είναι γνωστές ως πολυανθεκτική φυματίωση σε φάρμακα (MDR-TB) ή εκτεταμένης αντοχής φυματίωση σε φάρμακα (XDR-TB).

Η αντοχή αυτή είναι πιθανό να προκύψει από ανθρώπινο σφάλμα, όπως λάθος επιλογή φαρμάκων για θεραπεία της ασθένειας ή διακοπή της θεραπείας από τους πάσχοντες προτού ολοκληρωθεί. Όσο περισσότερο λανθασμένα χρησιμοποιείται ένα αντιβιοτικό, τόσο πιο πιθανό είναι να μεταλλαχθεί το βακτήριο και να γίνει ανθεκτικό στο φάρμακο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Οποιοδήποτε όργανο του ανθρώπινου σώματος μπορεί να προσβληθεί από την ασθένεια, αν και η πάθηση διαγιγνώσκεται πιο συχνά στους πνεύμονες.

Τα κύρια συμπτώματα της φυματίωσης είναι:

  • Πυρετός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Απώλεια βάρους
  • Νυκτερινή εφίδρωση
  • Επίμονος βήχας
  • Βήχας με αίμα σε προχωρημένο στάδιο
ΑΙΤIΕΣ

Η φυματίωση αποτελεί αερομεταφερόμενη λοιμώδη πάθηση. Εξαπλώνεται μέσω σταγονιδίων στον αέρα, μέσω φτερνίσματος ή βήχα από άτομα που έχουν μολυνθεί με το μυκοβακτηρίδιο.

Το μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου έχουν άτομα που βρίσκονται κοντά και σε τακτική επαφή με όσους νοσούν. Έρευνα ανακάλυψε ότι τα παιδιά με στενή επαφή με όσους νοσούν έχουν πιθανότητα 30-50% εμφάνισης φυματίωσης.

Μόλις μολυνθεί ένα άτομο με το βακτήριο, μπορεί να εμφανίσει γρήγορα την ασθένεια, η οποία είναι λοιμώδης, εμφανίζοντας συμπτώματα και απαιτώντας θεραπεία. Αυτό συμβαίνει συνήθως σε παιδιά και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό ονομάζεται «πρωτοπαθής φυματίωση». Διαφορετικά, το άτομο θα έχει λανθάνουσα λοίμωξη, όταν δεν είναι μεταδοτική και δεν εμφανίζει συμπτώματα. Το 5-10% των ατόμων με λανθάνουσα λοίμωξη μπορεί να εμφανίσει ενεργό φυματίωση.

Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης φυματίωσης, όπως διαβήτης , έκθεση σε φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα και κάπνισμα. Ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου είναι η μόλυνση με HIV. Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι ο κίνδυνος εμφάνισης φυματίωσης εκτιμάται 20-37 φορές μεγαλύτερος σε ανθρώπους που είναι φορείς HIV από ό, τι μεταξύ εκείνων χωρίς μόλυνση HIV.

ΠΡOΛΗΨΗ

Ένα εμβόλιο, γνωστό ως εμβόλιο BCG, παρουσιάστηκε το 1921. Είναι γνωστό ότι βοηθάει στην πρόληψη κάποιων σοβαρών μορφών της νόσου σε παιδιά, ωστόσο έχει απρόβλεπτη επιτυχία στην προστασία ενάντια στο δια βίου κίνδυνο εμφάνισης φυματίωσης.

Το BCG χρησιμοποιείται σε ποικίλους βαθμούς στο σύνολο της Ευρώπης, με ορισμένες χώρες να εμβολιάζουν όλα τα παιδιά κατά τη γέννησή τους και άλλες να έχουν διακόψει τα προγράμματα μαζικού εμβολιασμού.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συστήνει ότι ο καλύτερος τρόπος πρόληψης της φυματίωσης είναι με επιτυχή αναγνώριση κρουσμάτων και χρήση αντιβιοτικών για θεραπεία της ασθένειας. Στρατηγικές του ΠΟΥ, όπως το Stop TB Strategy, έχουν συμβάλει στη μείωση του επιπολασμού και των κρουσμάτων φυματίωσης παγκοσμίως.

Ο απώτερος στόχος των διεθνών και εθνικών Αρχών δημόσιας υγείας είναι η εξάλειψη της φυματίωσης, μειώνοντας νέα κρούσματα λοιμώξεων σε λιγότερο από 1 ανά 1 εκατ. άτομα μέχρι το 2050, αν και κατά τη στιγμή της δημοσίευσης αυτής οι ειδικοί πιστεύουν ότι οι Αρχές είναι απίθανο να επιτύχουν το στόχο αυτό.

ΔΙAΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕIΑ

Τα δείγματα βλέννας ή φλέγματος λαμβάνονται από ένα άτομο με υποψία φυματίωσης και εξετάζονται για το βακτήριο. Μια ακτινογραφία θώρακος, και κάποιες φορές μία πρόσθετη αξονική τομογραφία, είναι χρήσιμα για να επιβεβαιώσουν την παρουσία της ασθένειας.

Άλλες εξετάσεις, όπως η δερματική εξέταση φυματίωσης και μια πλήρης αιματολογική εξέταση, γνωστή ως Δοκιμασία Έκκρισης Γάμμα-Ιντερφερόνης (IGRA), είναι χρήσιμες στη διάγνωση λανθάνουσας φυματίωσης.

Η θεραπεία αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της ασθένειας και την αποφυγή μετάδοσης της νόσου σε άλλους ανθρώπους. Η θεραπεία χαρακτηρίζεται συνήθως από ένα εντατικό στάδιο θεραπείας για 2 μήνες, ακολουθούμενο από στάδιο συνέχισης για 4 μήνες. Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει συνήθως τέσσερα διαφορετικά φάρμακα (ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη, εθαμβουτόλη και πυραζιναμίδη) και έχει σχεδιαστεί να σταματά την ανάπτυξη του βακτηρίου. Το δεύτερο στάδιο είναι σχεδιασμένο να σκοτώνει τα υπόλοιπα βακτήρια.

Τα MDR και XDR-TB απαιτούν τα λεγόμενα φάρμακα δεύτερης γραμμής για τουλάχιστον 20 μήνες. Ωστόσο, είναι ακριβά, τοξικά και δύσκολα στη διαχείριση.